Γαμήθηκα

― Γαμήθηκα! Γαμήθηκα! Nαι ρε αυτό που σου λεω, επασα κατω, στο καναβάτσο. Και οχι ρε φιλε εκείνη η εξυπνάδα που λέει: “επιτρέπεται να πέσεις επιβάλλεται να σηκωθείς”, ειναι μια Πίπα της πλάκας! Οχι ρε Καριολάκι δεν θα σηκωθώ! Δεν εχω δυναμη να σηκωθώ, Έπεσα! Έπεσα και δεν μπορω, και δεν θελω, δεν αντεχω να σηκωθω! θα κατσω εδω Κάτω! Εδω στο Καναβάτσο. Κατω με τον διαιτητή να ξελαρυγγιάζεται πανω απ’ τα ματωμένα μουτρα μου προβάλλοντας και κάθε φορα ενα ακομα δάχτυλο του: ONE!!!… TWO!!!… THREE!!!… Πανε και γαμήσου διαιτητή στα Π@παρια μου σε γραφω! Φτάνε στο δεκα να τελειώνουμε. Νομίζεις με απειλείς άθλιε αρλεκίνε, γελοία μαριονέτα Ε;… Δεν θα σηκωθώ! Μετρα οσο θες!
― Γαμήθηκα! Και μου αρέσει που βρίζω ετσι ασύστολα! Γιατι αραγε η αθυροστομία δεν περιέχει Ποίηση; Ω! ― Μα τι ειναι η ποίηση; Τι είναι οι Τεχνες; Το να Αφοδεύσεις δεν ειναι και αυτο μια Τέχνη; κ αν Οχι γιατι;

― Γαμήθηκα! Βγηκα πριν απο λιγο και έκανα ενα κύκλο εδω στα μέρη που μεγάλωσα στην Τριανδρία ντυμένος σαν κλόουν! Με φόρμες και ενα ακριβό σακάκι απο πάνω, πηγα εως το ΑΤΜ. Συνεχισα έφτασα κοντα στην Εκκλησία. “Ετσι θα πεθανεις σκέφτηκα! Μόνος! Έτσι σαν τον τρελό θα γυρνάς, μόνος, αποτυχημένος, ενα ξέφτι της Ζωής, που απλα πέρασε. Σαν το Σκατό που ξεφτιλίζεται απο την μνησικακία του καζανακίου: Ξερνάει παω του κουβάδες νερο και το σκατο Χάνετε! Γκούντ Μπάυ…”. Τι γραφεις ρε Καουνη τρελάθηκες; εισαι μαλακας; Ναι ρε ειμαι μαλακας τι δεν εχεις καταλάβει; ειμαι ο Καούνης ο Μαλάκας ο Τίποτας.

Με αυτον τον θυμό, και την λύπη, και ολες αυτες της σκέψεις, να κεντούν την καρδια μου με τις χοντρες κλωστές τους μαζι με ενα νεκρό αποσυνθεμένο κουφάρι περπάτησα…
Αιμα ξερνούσε, ομως αυτες οι γριές σκέψεις, με τα τσιγκέλια τους με ενα δηλητηριώδες χαμογελο και μουγκρίζοντας κεντούσαν την κατακόκκινη, ζωντανή καρδιά πανω τον σάπιο κουραφη ενός αλλόκοτου πτώματος, που τωρα πια δεν ειχε σχήμα μα μονο βρομούσε και έσταζε απο γλίτσα και σιχαμένο Θάνατο! Και η Πουτάνα η καρδια μου καθόταν και τις άφηνε να της το κάνουν αυτο! Να την δεσουν με τα νήματα τους επανω στο σάπιο, το νεκρο κουφάρι. Και εγω κοιτούσα! Κοιτούσα, καμια λεξη δεν ξεστόμιζα μήτε κουνήθηκα, μονο κοιτουσα. Σα δεντρο ξερο που το έπνιξε ο κυσσος, που του καταφαγε τις ρίζες και σκαρφάλωσε πανω του και του πηρε το σώμα και οτι ειχε κ’ οτι το όριζε πριν.

Οχι ρε δεν μπορω να σηκωθώ! Επεσα! Τέλος! Ισως σηκωθω αργότερα, ισως πεθάνω, ισως, ίσως!… SIX!!!… SEVEN!!!… ελα μετρα να τελειώνουμε. Πως να ξανα σηκωθώ να παλέψω; εχω φαει Τοσο ξύλο! EIGHT… και αυτη πουτάνα η καρδιά μου Δεν Σκληραίνει! Ρε Δεν Σκληραίνει! Δεν λεει: “παντε γαμηθείτε”, δεν ψαχνει να ρίξει το βαρος εδώ, κ εκεί, κ αλλου! Δεν Σκληραίνει η Πουτάνα!!!… Κλείσε μωρη, κλέισε! γάμησε τους ολους. Σε κέντησαν πανω σε ενα σάπιο κουφάρι σε κέντησα κ εγω μαζι που τους το επέτρεψα. Και εσυ εκει χτυπάς! και αιμα κατακκοκινο, καυτό χύνετε ολόγυρα, παγώνει σκουρένει, βρομίζετε πανω στο σάπιο!

Δεν μπορεις να σκληρύνεις Καρδια μου! Δεν μπορείς! Σε γνωριζω τόσα χρόνια, μαζι φτάσαμε εως εδω! Δεν μπορείς Αγαπη μου! για αυτο εισαι η Καρδιά μου. Για αυτο εισαι Εσυ.

Θα σε παρω απο εκει! Δεν θα σε αφήσω αλλο σε αυτο το βρομερό διεστραμμένο, γεμάτο ανωμαλία και μίσος κέντημα! Θα σε παρω απο εκεί! Θα κοψω ολα αυτα τα νήματα που σε κρατουν. Θα σε Φροντίσω και θα σε Αφήσω Λευθερη ωρε!!! Ακέντητη!!! Λευθερη καρδιά όμορφη! να σε θαυμάζω να σε κοιτω να χαίρεσαι! Να χαίρουμαι κ εγω!
ΝΙΝΕ!!!… Ο διαιτητής φωνάζει τους γιατρούς! κοσμος τρέχει μεσα στο ρινγκ, μου τραβάει την μασέλα, σαλια και αίμα ξερνάει το στόμα μου! Μου φέγγουν στα μάτια…. ο διαιτητής κουνάει αλαφιασμένος τα χερια: Έληξε Έληξε! Δεν ειπε πότε ΤΕΝ… Τι Μαλακας τοση ωρα περίμενα…

― Γαμήθηκα! Μεσα στην τσεπη μου εχω ενα κοφτερό χειρουργικού ψαλιδάκι! ερχομαι σε εσενα Καρδιά μου, να κοψω αυτα τα γαμονήματα. Ξερω οτι δεν μπορεις να εισαι Σκληρή! δεν μπορεις να Κλείσεις! Ξερω οτι εσυ θα εισαι αυτη που θα με παρεις απο αυτον τον κόσμο. Μια μερα θα μου πεις: “Ελα τωρα Τζόρτζ, καλα ηταν! Ελα, ας πηγαίνουμε…”.

Για αυτο σ’ αγαπω μωρή πουτάνα! γιατι εισαι γεμάτη Αγάπη. Ερχομαι για εσένα, ειναι Βλασφημία αυτο που σου έκαναν. Να σε παρω απο εκει. Να σε Φροντίσω.

Αντε γειά!
Καούνης Γιώργος
2020

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *